12.00

Παρατηρώντας τον Πόνο των Άλλων

Μετάφραση Σεραφείμ Βελλέντζας, Scripta 2003, σελ. 135 (14*21) Μαλακό Εξώφυλλο, ΕΞΑΝΤΛΗΜΕΝΟ, Άριστη Κατάσταση

Στον ανά χείρας τόμο η Σούζαν Σόνταγκ εξετάζει σε βάθος την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην «επικαιρότητα», την τέχνη και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη σύγχρονη καταγραφή του πολέμου και της καταστροφής. Αποδίδουμε με μεγάλη ευκολία στις εικόνες τη δύναμη να προκαλούν τη διαμαρτυρία, να υποθάλπουν, αν όχι να γεννούν, τη βία ή να δημιουργούν απάθεια: αυτές τις θέσεις ακριβώς αναψηλαφίζει η συγγραφέας, ακολουθώντας την αρκετά μεγάλη ιστορία σχετικά με την αναπαράσταση του πόνου των άλλων – από τους Ολέθρους του πολέμου του Γκόγια και τις φωτογραφίες μαρτυρίες για τον αμερικάνικό Εμφύλιο πόλεμο, τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, το λιντσάρισμα των Μαύρων στον αμερικανικό Νότο, τον ισπανικό Εμφύλιο, τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης ως τις σύγχρονες εικόνες που προέρχονται από η Βοσνία, τη Σιέρρα Λεόνε, τη Ρουάντα, το Ισραήλ και την Παλαιστίνη, ή από τη Νέα Υόρκη, στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001.

ΚΡΙΤΙΚΗ

Στο τελευταίο βιβλίο που έγραψε ο Ρολάν Μπαρτ πριν από τον θάνατό του, το 1981, το La Chambre Claire, τονίζει εμφατικά τη σχέση εικόνας, χρόνου και θανάτου. Αναζητώντας την «καλύτερη» φωτογραφία που να απεικονίζει την «ουσία» τής μητέρας του, ο Μπαρτ εντοπίζει τη δομική αντίφαση ανάμεσα στη στιγμιαία φωτογράφιση ενός αντικειμένου ή προσώπου και στη διατήρησή του μέσω της φωτογραφίας στον χρόνο. H φωτογραφία μάχεται την αλλαγή και η υψίστη αλλαγή είναι ο θάνατος.

Εικονογραφία της οδύνης
Μπορεί ο Μπαρτ να διακρίνει τον θάνατο πίσω από κάθε φωτογραφία, αλλά η Σούζαν Σόνταγκ τον έχει μπροστά της, αφού αντικείμενο μελέτης της είναι η εικονογραφία της οδύνης, δηλαδή φωτογραφίες που απεικονίζουν τη βαρβαρότητα και ιδιαίτερα εκείνες που προέρχονται από τα πεδία των μαχών. Φωτογραφίες που εικονίζουν κατακρεουργημένα πτώματα ενηλίκων και παιδιών, φωτογραφίες που δείχνουν πως ο πόλεμος ισοπεδώνει, διαλύει, γκρεμίζει, καταστρέφει. Τέτοιες φωτογραφίες μάς σοκάρουν, μας στοιχειώνουν, μας πείθουν για την «πραγματική» ύπαρξη ορισμένων γεγονότων στα οποία δεν είμαστε αυτόπτες μάρτυρες. Εχουν όμως τη δύναμη να εμποδίσουν τον πόλεμο; Αυτή την ερώτηση, που πρώτη υπέβαλε η Βιρτζίνια Γουλφ δημοσιεύοντας στις Τρεις Γκινέες (1938) τις σκέψεις της για τις αιτίες του πολέμου, επαναλαμβάνει περίπου εβδομήντα χρόνια μετά η Σόνταγκ. Αφού πρώτα καταλήξει στη διαπίστωση πως ο πόλεμος είναι ανδρικό παιχνίδι, η Γουλφ δηλώνει κατηγορηματικά πως το σοκ των εικόνων μπορεί να ενώσει τους καλόπιστους εναντίον του πολέμου. Αντίθετα η Σόνταγκ, γνωστή για την αντιπολεμική της δράση (από την επίσκεψή της στο Ανόι το 1968, ως τη διαμονή της στο πολιορκημένο Σαράγεβο στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και τις πιο πρόσφατες δηλώσεις της εναντίον της αμερικανικής κυβερνητικής εκστρατείας κατά των ισλαμιστών), υιοθετεί μια πιο απαισιόδοξη στάση, ισχυριζόμενη πως ο πόλεμος δεν μπορεί να καταργηθεί. Αυτή της η πεποίθηση δεν την εμποδίζει να συνεχίσει να αγωνίζεται ώστε να σταματήσουν οι γενοκτονίες ή η κατάφωρη παραβίαση των διεθνών νόμων περί πολέμου. Ενα από τα ισχυρότερα μέσα ενεργοποίησης των πολιτών κατά της βίας είναι, σύμφωνα με τη Σόνταγκ, η ωμή απεικόνισή της. Με την αμεσότητα και την τρομακτική τους σαφήνεια, οι φωτογραφίες φωνάζουν, καταγγέλλουν τα πολεμικά εγκλήματα, προκαλούν αγανάκτηση, προτρέπουν σε δράση.
Ωστόσο μια τέτοια θέση ανατρέπει προηγούμενους ισχυρισμούς της συγγραφέως για τη μειωμένη σημασία της φωτογραφίας σε μια κοινωνία που καταναλώνει καθημερινά πλήθος εικόνες και έχει μετατρέψει ακόμη και τον πόλεμο σε θέαμα. Στο περίφημο βιβλίο της On Photography (1977) η Σόνταγκ ισχυριζόταν ότι η ικανότητά μας να αντιδρούμε με συγκινησιακή φρεσκάδα και ηθική μέριμνα υπονομεύεται από το αμείλικτο σφυροκόπημα της αναμετάδοσης χυδαίων και φρικτών εικόνων. Επιπλέον η φαινομενικά αναπόφευκτη εξοικείωση με εικόνες βίας συντελεί στη διάβρωση της πραγματικότητας και εξασθενεί το κύρος της. H ανασκευασμένη άποψη – που προβάλλεται στο Παρατηρώντας τον πόνο των άλλων – αντικρούει τη μεταμοντέρνα αντίληψη που θεωρεί την πραγματικότητα ως ψευδαίσθηση, απομίμηση ή προσομοίωση (είναι γνωστή η διαμάχη τής Σόνταγκ με τον θεωρητικό της προσομοίωσης Ζαν Μποντριγιάρ). Στον παρόντα τόμο η αμερικανίδα συγγραφέας καταγγέλλει τη μικρή μορφωμένη κοινότητα, που ζει στην πλούσια πλευρά του κόσμου και έχει την πολυτέλεια να παρακολουθεί τις ειδήσεις αποστασιοποιημένη, προσάπτοντάς της «αποστομωτικό επαρχιωτισμό», ανευθυνότητα, ακόμη και διαστροφή. Επιπλέον δεν υπάρχει καμία ένδειξη πως η κουλτούρα της θέασης εξουδετερώνει την ηθική δύναμη των φωτογραφιών που εικονίζουν αγριότητες.
H παραβίαση της αξιοπρέπειας
Προκύπτουν όμως άλλα ερωτήματα που έχουν να κάνουν με την αμεροληψία και τη δημοσιογραφική εντιμότητα του φωτογράφου/φωτορεπόρτερ, την καλλιτεχνική αξία και το ηθικό κύρος των σκηνοθετημένων φωτογραφιών ή την παραβίαση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στη διάρκεια φωτογράφισης εξαθλιωμένων πληθυσμών ή νεκρών αμάχων και στρατιωτών. Για παράδειγμα, αν και η εικονογραφία της πολεμικής βίας έχει παλιές καταβολές (με διαπρεπέστερη στιγμή τη συμπύκνωση της φρίκης του πολέμου από τον Γκόγια στις 83 γκραβούρες του με τίτλο Οι καταστροφές του πολέμου), η πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια φωτογραφικής τεκμηρίωσης μιας σύρραξης επιχειρήθηκε κατά τον αμερικανικό Εμφύλιο. Ωστόσο και αυτές οι «αντικειμενικές» φωτογραφίες, όπως και άλλες, μεταγενέστερες, από τον B Παγκόσμιο ως τους πρόσφατους πολέμους της Αμερικής κατά του Ιράκ και του Αφγανιστάν, αποδείχθηκαν «στημένες», «νοθευμένες» ή «λογοκριμένες», ενώ με την πάροδο του χρόνου καταλαμβάνουν τη θέση ιστορικής μαρτυρίας. «Στημένες», γιατί, όπως τονίζει η Σόνταγκ, «φωτογραφία σημαίνει σύνθεση» που συνάδει με την επιθυμία διευθέτησης και διάταξης των στοιχείων στην εικόνα. «Λογοκριμένες», γιατί συχνά γίνεται προσπάθεια επιλεκτικής πληροφόρησης του κοινού από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή από τις εκάστοτε κυβερνήσεις (όπως συνέβη με την περιορισμένη χορήγηση δικαιώματος δημοσιογραφικής πρόσβασης στη διάρκεια της βρετανικής εκστρατείας στα νησιά Φόκλαντ, το 1982). Το διεισδυτικό βλέμμα της Σόνταγκ αποκαλύπτει τη μεθόδευση της ενημέρωσης από τα MME, τα οποία συχνά επικαλούνται αισθητικά κριτήρια (το «καλό γούστο») ή τα δικαιώματα των συγγενών, επιχειρήματα που σαφώς δεν ισχύουν στην περίπτωση των ανυπεράσπιστων θυμάτων της μετα-αποικιοκρατικής Αφρικής, όπου έχουμε μετωπική θέαση των νεκρών και των ετοιμοθάνατων (π.χ., οι αλησμόνητες φωτογραφίες των παιδιών με τα τεράστια μάτια ή πιο πρόσφατα ολόκληρα χωριά αποδεκατισμένα από το AIDS).

Συμπερασματικά θα λέγαμε πως το καλογραμμένο, ολιγοσέλιδο βιβλίο της Σόνταγκ είναι μια θαυμάσια πραγματεία γύρω από τα προβλήματα, τις δυσκολίες και τις παγίδες ανάγνωσης της πολεμικής φωτογραφίας. Ωστόσο, διανθισμένο με πλήθος ιστορικές και δημοσιογραφικές πληροφορίες καθώς και αναλυτικές ερμηνείες συγκεκριμένου πολεμικού φωτογραφικού υλικού, το Παρατηρώντας τον πόνο των άλλων δεν εμπεριέχει καμία από τις φωτογραφίες που σχολιάζονται, γεγονός που αποδεικνύει τη μερική ισχύ της αποφθεγματικής ρήσης «μια εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις». Ισως γιατί οι λέξεις της Σόνταγκ «μιλούν» εξίσου εύγλωττα με μια εικόνα.
Ντόρα Τσιμπούκη (καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών)
ΤΟ ΒΗΜΑ, 23-05-2004

Εξαντλημένο

detail product

    No detail information

about the author